05 Νοεμβρίου 2013

Σχετική αυτοτέλεια του φαινομένου. Ιστορικός φασισμός

Του Δημήτρη Γρηγορόπουλου , ΕΦΗΜ  "Πριν"


Στο 7ο συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς ο φασισμός ορίστηκε ως η πολιτική έκφραση των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνάμεων τον ιμπεριαλισμού, ως άτεγκτος εχθρός τον εργατικού και επαναστατικού κινήματος, ως η δικτατορία των πιο αντιδραστικών δυνάμεων τον μονοπωλιακού κεφαλαίου, που αποβλέπει στη διατήρηση τον καπιταλιστικού συστήματος με τη χρησιμοποίηση ακραίων μορφών βίας.

Ο φασισμός αναπτύσσεται σε συνθήκες κρίσης τον συστήματος. Αυτός ο ορισμός έχει διαχρονική ισχύ. Ισχύει και για το νεοφασισμό της εποχής μας. Αυτός όμως ο ορισμός υποτιμά τη σχετική αυτοτέλεια του φασισμού, αυξημένη σε ορισμένες περιπτώσεις, από το οικονομικό και ταξικό φαινόμενο.
Ταξική αποστολή του ασφαλώς είναι η συντριβή τον εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Δεν προκύπτει όμως ως δημιούργημα μιας επιτροπής των πιο επιθετικών μονοπωλίων. Ανακύπτει ως ριζοσπαστική απάντηση στην οικονομική και πολιτική κρίση του συστήματος μ' ένα συμπίλημα φυλετικών, αντικομμουνιστικών, αλλά και αντισυστημικών θέσεων. Η παρέμβαση των μονοπωλίων για την ταξική κατεύθυνση του φασισμού και την οικονομική ενίσχυση του είναι μεταγενέστερη και σχετική, όχι απόλυτη.

Είναι ιστορικά αποδεδειγμένη η γενναία οικονομική ενίσχυση του εθνικοσοσιαλισμού από τα γερμανικά μονοπώλια και η παρέμβαση τους, σε σύμπνοια με τον αστικό πολιτικό κόσμο, στον πρόεδρο Χίντεμπουργκ ώστε να παραδοθεί η καγκελαρία στον Χίτλερ.
Ο φασισμός, παρά τον ταξικό χαρακτήρα του, εμφανίζεται ως δύναμη αυτοτελής ανάμεσα στους ισορροπούντες πόλους της αστικής και εργατικής τάξης (Κ. Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ) και μετά την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας θέτει τα αστικά κόμματα και τους αστικούς πολιτικούς θεσμούς εκτός νόμου. Δημιουργεί, ιδίως μετά την επικράτηση του, ανταγωνισμό όχι μόνο με τις προλεταριακές δυνάμεις αλλά και με τις αστικές δυνάμεις δημοκρατικής κατεύθυνσης.

Στην οικονομία χρησιμοποίησε σε ευρεία κλίμακα κρατικομονοπωλιακές μεθόδους ρύθμισης, κυρίως μέσω των εξοπλισμών και των δημόσιων έργων.
Στην εξωτερική πολιτική, σε εποχή που το ιμπεριαλιστικό κράτος υπερίσχυε ενώ η παγκοσμιοποίηση και η τάση της σύγκλισης είναι σε σπαργανώδη κατάσταση, υιοθετεί τον πόλεμο συστηματικά ως μέσο ικανοποίησης των επεκτατικών τάσεων του και ανατροπής της διανομής του κόσμου. Αυτός είναι σε αδρές γραμμές ο φασισμός του Μεσοπολέμου, του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ποιος είναι όμως ο φασισμός του ολοκληρωτικού καπιταλισμού; Ο προηγούμενος ορισμός ισχύει σε γενικές γραμμές και για το νεοφασισμό τού ολοκληρωτικού καπιταλισμού (από το 1980 και εντεύθεν). Ο νεοφασισμός εκφράζει τις ακραίες τάσεις και ανάγκες του συστήματος, οικονομικές και πολιτικές. Έχει όμως και σημαντικές ιδιαιτερότητες που προσιδιάζουν στο χαρακτήρα του νέου σταδίου.
Ο φασισμός στο νέο  στάδιο

Μετά την ήττα του φασισμού στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τη συγκρότηση του στρατοπέδου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη «χρυσή» τριακονταετία (1945-75) της κεϋνσιανής διαχείρισης δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο φασισμός έχει συντριφτεί αμετάκλητα.
Αυτή η αντίληψη ήταν εσφαλμένη και οδήγησε στην υποτίμηση του φαινομένου. Πρώτον, διατηρήθηκαν τα φασιστικά καθεστώτα Φράνκο και Σαλαζάρ (μέχρι τα μέσα του 1970). Έπειτα, το 1967, εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας στρατιωτική δικτατορία. Πλάι στα απομεινάρια του φασισμού άρχισαν τη δεκαετία του '70 να ξεφυτρώνουν νεοφασιστικά μορφώματα, με τρομοκρατική μάλιστα δράση (ανατίναξη σιδηροδρομικού σταθμού στην Μπολόνια, βομβιστικές επιθέσεις σε κινηματογράφους της Αθήνας).

Ο φασισμός δεν «εξαφανίζεται». Συνυπάρχει με τον καπιταλισμό. Είναι εγγενής τάση και ανάγκη του. Ανεξάρτητα από τις μορφές και τις αυξομειώσεις του, εκφράζει την πιο ακραία τάση του καπιταλισμού για τη μέγιστη εκμετάλλευση και καθυπόταξη της εργατικής τάξης, ανάγκη που οξύνεται σε συνθήκες κρίσης. Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό στάδιο χαρακτηρίζεται (όπως παρατηρούσε ο Λένιν) από αντίδραση σε όλα τα μέτωπα. Στο στάδιο αυτό, ιδίως στον Μεσοπόλεμο, ανθούν τα φασιστικά καθεστώτα και οι στρατιωτικές δικτατορίες.
Ύφεση της αντιδραστικότητας (ειδικά στην Ευρώπη) παρατηρείται στη μεταπολεμική τριακονταετία. Η ολομέτωπη αντιδραστικότητα αναπτύσσεται και στο διάδοχο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Αυτό το στάδιο συνδέεται με μια παρατεταμένη δομική κρίση που με αναιμικές ανόδους αρχίζει με την πετρελαϊκή κρίση (1973-74), συνεχίζει με αλληλοδιάδοχες (1980-81,1987,1991, 2001-2002) και κορυφώνεται με την κρίση του 2008.

Για την αντιμετώπιση της επαναλαμβανόμενης κρίσης (κύκλοι Κοντράτιεφ) η αστική τάξη έχει επιλέξει ως κύρια μορφή αντιστάθμισης της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους τη στρατηγική εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και τη γιγάντωση του χρηματοτοπιστωτικού τομέα με τις αναπόφευκτες «φούσκες» (2008). Αυτή η υπεραντιδραστική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού εγκαινιάστηκε με την άγρια λιτότητα και τον αυταρχισμό της Θάτσερ και του Ρί-καν. Συνεχίζεται και επιτείνεται μετά την κρίση του 2008. Η ακραία εκμετάλλευση και υπεραυταρχικότητα αποτελεί στην ουσία μια διαδικασία εκφασισμού, με την ιστορική ιδιοτυπία ότι διατηρεί τύποις την αστική δημοκρατία (κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός).

Η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση συνδέεται οργανικά με μια διαδικασία ιδιότυπου εκφασισμού σε όλα τα μέτωπα: πολιτικό (κράτος έκτακτης ανάγκης), κοινωνικό (κατάργηση εργατικού δικαίου), οικονομικό (υπερεκμετάλλευση - εξαθλίωση), ιδεολογικό (ακατάσχετη τρομολαγνεία).

Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Στο διεθνές επίπεδο την κερδοφόρα συσσώρευση προωθούν το πολυεθνικό κεφάλαιο, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ο ενεργειακός τομέας, το νομαδικό χρηματιστικό κεφάλαιο: επιβάλλοντας τη διπλή εκμετάλλευση της εργασίας (εθνική -υπερεθνική), την ιδιοποίηση πρώτων υλών, στρατιωτικές επεμβάσεις, πολέμους ή και κατοχή χωρών, δανείζοντας με επαχθείς όρους κράτη και εφαρμόζοντας βιαίως σε αυτά εξοντωτική λιτότητα και ακραίο αυταρχισμό για τη διασφάλιση των τοκοχρεωλυσίων.

Το πολυεθνικό κεφάλαιο σε συνεργασία με εθνικά κεφάλαια πρωταγωνιστεί στην ελαστικοποίηση της εργασίας, στη συρρίκνωση της τιμής της, στην άρση των φραγμών προστασίας (συλλογικές συμβάσεις, όριο απολύσεων κ.ά.).
Παράλληλα, η καπιταλιστικού τύπου αξιοποίηση της τεχνολογικής παραγωγικότητας οδηγεί στο φαινόμενο της ανάπτυξης χωρίς εργασία (jobless recovery). Πρόκειται για εφιάλτη. Το ένα τρίτο περίπου του παγκόσμιου ενεργού πληθυσμού έχει περιέλθει στην κατάσταση του εφεδρικού στρατού εργασίας. Η διαρθρωτική ανεργία πλήττει ακόμη και τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, αλλά εξοντώνει τις τριτοκοσμικές χώρες και τις υπερδανεισμένες, όπως η Ελλάδα.

Η ανεργία είναι η μεγάλη κοινωνική πληγή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η νεοφιλελεύθερη λογική αποκλείει κεϋνσιανού τύπου προγράμματα δημόσιων επενδύσεων σε μια στρατηγική δυναμικής ανάπτυξης θέσεων εργασίας. Η ηγεμονία της άρχουσας τάξης έχει επικίνδυνα διασαλευθεί.
Για να στηρίξει την κυριαρχία της, καθιστά σχεδόν απόλυτη μέθοδο διακυβέρνησης την καταστολή, το αντιδραστικό νομικό οπλοστάσιο, τον εκβιασμό της απόλυσης. Η εξαθλίωση των χωρών του Τρίτου Κόσμου προκαλεί τεράστιο κύμα μετανάστευσης προς τις καπιταλιστικές χώρες.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός εκμεταλλεύεται βάρβαρα και με μηδενικούς όρους το μεταναστευτικό ρεύμα. Παράλληλα αξιοποιεί το πρόβλημα, για να συγκαλύψει τις αιτίες της οικονομικής κρίσης, της εξαθλίωσης και της ανεργίας του γηγενούς πληθυσμού και να τις φορτώσει στις πλάτες των μεταναστών.
 Οι μετανάστες γίνονται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Αυτοί ενοχοποιούνται για τη μαζική ανεργία, την έξαρση της εγκληματικότητας, την άνοδο της νοσηρότητας, τον κλονισμό των εθνικών παραδόσεων.

Το νεοφιλελεύθερο κράτος, αξιοποιώντας τα προβλήματα και την ξενοφοβία των πολιτών αλλά και νεοφασιστικές παρακρατικές συμμορίες, ασκεί ναζιστικού τύπου καταστολή στους μετανάστες (πογκρόμ, στρατόπεδα συγκέντρωσης, απελάσεις, βία), για να αποτρέψει ενδεχόμενες αντιδράσεις τους (Μανωλάδα), αλλά και να αποπροσανατολίσει και να εκφασίσει την κοινωνία, δηλητηριάζοντας τη με ρατσιστικές προκαταλήψεις.

Αθλιες συνθήκες διαβίωσης, ανεργία που μεσουρανεί, αποδόμηση των πολιτικών και εργασιακών δικαιωμάτων, κυριαρχία της καταστολής και του τρόμου, αντιμεταναστευτικό μένος είναι τα πιο δύσοσμα άνθη του κακού, που συνθέτουν την επιτομή του σύγχρονου νεοφιλεύθερου εκφασισμού της κοινωνίας.

Η κοινωνία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού λοιπόν εκφασίζεται χωρίς να εγκαθιδρύεται τυπικό φασιστικό καθεστώς και χωρίς την ύπαρξη ισχυρών φασιστικών κομμάτων (εξαίρεση η Χ. Αυγή). Η κρατική πολιτική με τον υπεραυταρχισμό και τις έκτακτες εξουσίες εκφασίζεται διατηρώντας, τυπικά κατ' ουσίαν, τη νομιμοποιητική βάση της νομοθετικής εξουσίας. Συγχρόνως, καθιδρύονται ακροδεξιά κόμματα, κυρίως στην Ευρώπη, ορισμένα με σημαντική ισχύ και επιρροή, χωρίς τον στρατιωτικό -παρακρατικό - αντικοινοβουλευτικό χαρακτήρα των δασιστικών κομμάτων του Μεσοπολέμου. Αποτελούν αυτοτελή πολιτικά όργανα ακραιφνούς υποστήριξης της υπεραντιδραστικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Είναι όμως ενσωματωμένα στο αστικό πολιτικό σύστημα, έχουν εξασφαλίσει πολιτική νομιμοποίηση, συμμετέχουν ακόμη και σε κυβερνήσεις συνεργασίας.

Η κοινοβουλευτική προσαρμογή της σύγχρονης Ακροδεξιάς είναι η βασική ειδοποιός διαφορά από τα φασιστικά κόμματα του Μεσοπολέμου. Επομένως, η αντίθεση της με τα αστικά κόμματα, το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς του έχει αμβλυνθεί.

Η Ακροδεξιά τρέφεται από την οικονομική και πολιτική κρίση, εκμεταλλεύεται την αδυναμία και ανεπάρκεια των αστικών κομμάτων στην αντιμετώπιση των οξύτατων προβλημάτων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Εμφανίζεται ως δύναμη ικανή να δώσει λύσεις στα προβλήματα. Η ρητορική της επικεντρώνεται στην οικονομική και πολιτική κρίση, στο μεταναστευτικό και την ξενοφοβία, στον εθνικισμό.
Από την άλλη, αξιοποιεί την αντιδραστική ατζέντα των κομμάτων εξουσίας (αυταρχική αντιμετώπιση αγώνων, αντικομμουνισμός, αντιμεταναστευτική πολιτική, εθνικισμός), για να νομιμοποιήσει και να προωθήσει τη δική της ακραία και «συνεπή» εκδοχή αυτής της πολιτικής. Επηρεάζεται αλλά και επηρεάζει την επίσημη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Τα αστικά νεοφιλελεύθερα κόμματα υπό την πίεση της ακροδεξιάς ρητορικής, σε μια ρητορική και πρακτική τους, αφού απευθύνονται σ' ένα ομογενοποιημένο σε μεγάλο βαθμό ακροατήριο.

Η σύγχρονη Ακροδεξιά υιοθετεί τις πιο ακραίες μορφές νεοφιλελεύθερης ρύθμισης της οικονομίας. Αυτό αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα διαφοροποίησης από τη φασιστική Δεξιά του Μεσοπολέμου, που ως εξουσία υιοθέτησε την κρατικομονοπωλιακή κεϋνσιανή οικονομική ρύθμιση.
Στο ιδεολογικό επίπεδο έχει αποποιηθεί τα «σοσιαλίζοντα» στοιχεία, σε αντιδιαστολή με το ιδεολογικό σύμφυρμα του ναζισμού και του φασισμού, στο οποίο ήταν ισχυρή η παρουσία αριστερών και αντικαπιταλιστικών αναφορών, υπό την ηγεμόνευση όμως των αστικών και εθνικών στοιχείων (εξού και ο σύνθετος όρος «εθνικοσοσιαλισμός»).

Ακόμη, η Ακροδεξιά των ιμπεριαλιστικών χωρών, σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δεν εξωθεί στα άκρα τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, όπως η φασιστική Δεξιά του Άξονα. Υποστηρίζει όμως ανεπιφύλακτα την ιμπεριαλιστική επέμβαση σε τρίτες χώρες.
Εκτός από τα «ακροδεξιοποιούμενα» σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης νεοφιλελεύθερα κόμματα και τα ενσωματωμένα σύγχρονα ακροδεξιά κόμματα, στο άκρο του φασίζοντος τόξου τοποθετούνται νεοφασιστικά μορφώματα που νοσταλγούν το ναζιστικό παρελθόν, τη ρήξη με την αστική πολιτική, τα σύμβολα και την τελετουργία. Τα μορφώματα αυτά κινούνται μεταξύ περιθωριακής πολιτικής παρέμβασης και εγκληματικής δράσης έχοντας στο στόχαστρο τους μετανάστες, αριστερούς, γκέι και άλλες περιπτώσεις διαφορετικότητας.

Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η Χρυσή Αυγή. Κατόρθωσε τα τρία τελευταία χρόνια, χωρίς να αποβάλει τον παραστρατιωτικό-συμμοριακό χαρακτήρα της, να ενσωματώσει ένα σημαντικό τμήμα αυθόρμητου ριζοσπαστισμού (αποπολιτικισμού μάλλον) πολιτικά καθυστερημένων μαζών και να προσλάβει χαρακτήρα μαζικού κόμματος. Μετά το πλήγμα που δέχτηκε βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση εμμονής στο νεοναζισμό ή μετάλλαξης σε σύγχρονο ακροδεξιό κόμμα.
 Ολοκληρωτικός κοινοβουλευτισμός
 ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΊΚΗΣ

Στο ολοκληρωτικό στάδιο του καπιταλισμού αντιστοιχεί ένας τύπος μισοολοκληρωτικού κράτους που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο του ολοκληρωτικού κοινοβουλευτισμού. Το ολοκληρωτικό κράτος χαρακτηρίζεται από τον απόλυτο έλεγχο όλων των τομέων της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιωτικής ζωής.
Βασικές μορφές ολοκληρωτικού κράτους στον καπιταλισμό αποτελούν ο βοναπαρτισμός, ο φασισμός, ο ναζισμός, η στρατιωτική δικτατορία. Στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού έχει εμφανιστεί και είναι υπό εξέλιξη ολοκληρωτικής μορφής κράτος (ο κοινοβουλευτικός λεγόμενος ολοκληρωτισμός), όχι όμως και ολοκληρωμένης μορφής. Κυριαρχεί βέβαια το υπεραυταρχικό ολοκληρωτικό στοιχείο, αλλά διατηρούνται θεσμοί της αστικής δημοκρατίας (κοινοβούλιο, σύνταγμα κ.ά.), αν και με συρρικνωμένο και στρεβλωμένο περιεχόμενο.

Στον ολοκληρωτικό κοινοβουλευτισμό το κοινοβούλιο διατηρείται και δεν καταργείται όπως στους άλλους ολοκληρωτισμούς. Ουσιαστικά όμως οι εξουσίες του έχουν απορροφηθεί από την εκτελεστική εξουσία, η οποία κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, διοικητικές εγκυκλίους. Στην εκτελεστική εξουσία υποτάσσεται, παρά τη σχετική αυτοτέλεια της και η δικαστική εξουσία. Επιπλέον, και η ίδια η εκτελεστική εξουσία (κυβέρνηση) υπερσυγκεντρώνεται στα χέρια του πρωθυπουργού και των πολυπληθών συμβούλων του.

Παράλληλα, οι εκλογές για την ανάδειξη του κοινοβουλίου ευτελίζονται με την τεράστια αποχή, τα καλπονοθευτικά συστήματα, τη χειραγώγηση της ψήφου, την πλήρη αναντιστοιχία κυβερνητικής πολιτικής και προεκλογικού προγράμματος, την ομηρεία των βουλευτών από τα κόμματα τους.
Το αστικό σύνταγμα, ιδίως στην περίοδο των μνημονίων, παραβιάζεται κατάφωρα και συστηματικά. Οι πολιτικές ελευθερίες συρρικνώνονται και καταστέλλονται (απαγόρευση διαδηλώσεων, βίαιη αντιμετώπιση τους, πολιτική επιστράτευση κ.ά.).

Το εργατικό δίκαιο, κατάκτηση πολύχρονων αγώνων, έχει σχεδόν πλήρως καταργηθεί. Η έκτακτη νομοθεσία (εγκληματική οργάνωση, τρομονόμος, απαγόρευση απεργιών) χρησιμοποιείται ουσιαστικά εναντίον της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος. Ασκείται άγρια καταστολή, οι πάντες παρακολουθούνται από την ΕΥΠ, ενώ οι καπιταλιστές και οι οργανώσεις τους επεμβαίνουν άμεσα για να χειραγωγήσουν το κράτους υπέρ των συμφερόντων τους. Επίσης, άνθρωποι της ολιγαρχίας (Παπαδήμος, Στουρνάρας) τοποθετούνται σε κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις χωρίς λαϊκή ετυμηγορία. Είναι προφανές ότι αυτό το ολοκληρωτικής μορφής κράτος με τη φασίζουσα πολιτική δεν μεταρρυθμίζεται. Ανατρέπεται.
Καθεστώς έκτακτης ανάγκης. ΦΑΣΙΖΟΥΣΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Η Ακροδεξιά, είτε με τη μορφή του νεοφασιστικού μορφώματος είτε σαν μετάλλαξη Ακροδεξιάς ευρωπαϊκού τύπου, αποτελεί τον πιο ακραίο και επιθετικό βραχίονα του εκφασισμού σε όλα τα κοινωνικά πεδία: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό, ηθικό. Γι' αυτό η αντιμετώπιση της πρέπει να γίνεται και αυτόνομα από ένα ευρύ δημοκρατικό αντιφασιστικό κίνημα.

Ωστόσο η διαδικασία εκφασισμού στην κοινωνία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού προσλαμβάνει ευρύτερο χαρακτήρα. Διαπερνά το καθεστώς του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, που αποτελεί τύποις αστική δημοκρατία, το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που καταρρακώνει το ίδιο το αστικό σύνταγμα κι ενεργοποιεί έκτακτη νομοθεσία (νόμος περί εγκληματικής οργάνωσης, τρομονόμος, επιστράτευση) για την καταστολή της Αριστεράς και του εργατικού λαϊκού κινήματος. Ποδοπατά πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα κατακτημένα από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στήνει νεοναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης νια αθώους μετανάστες! Στέλνει στη φυλακή όποιον διαφωνεί με την εξωτερική πολιτική της Ε. Ένωσης! Θεωρεί ακραίο, εχθρό της κοινωνίας, όποιον υποστηρίζει την έξοδο από τη λυκοσυμμαχία της Ε. Ένωσης και το ΝΑΤΟ.

Αλλά μήπως δεν συνιστά διαδικασία εκφασισμού η εκβιαστική υφαρπαγή από το ολιγαρχικό διευθυντήριο των Βρυξελλών του δικαιώματος των ευρωπαϊκών λαών για αυτοκαθορισμό της πορείας τους που εκχώρησαν οι προσκυνημένοι ηγετίσκοι τους;

Συνεπώς, η φασίζουσα πολιτική δεν είναι αποτέλεσμα απλώς της οικονομικής και πολιτικής κρίσης του συστήματος.
Όπως έχουμε ήδη πει, έχει στα βασικά θέματα κοινούς τόπους με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Ο εκφασισμός δεν είναι μόνο το τέρας που γεννιέται στα καταγώγια της ΧΑ. Εκφύεται από το σύστημα ως όλο, από τη βαρβαρότητα και την ανελευθερία του. Γι' αυτό, αντιφασιστική πάλη μεν, αλλά και συνάρθρωση της με την αντικαπιταλιστική πάλη, που είναι ο κύριος και καθοριστικός παράγοντας για την ήττα του καπιταλισμού και του φασισμού μαζί. Μ' ένα ευρύτερο δημοκρατικό, αντιφασιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, αντικαπιταλιστικό μέτωπο, με ανοιχτή αγκαλιά για όλους τους αγωνιστές, για όλους τους απλούς εργαζόμενους.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι το πολιτικό μέτωπο που καθημερινά καταξιώνεται στη συνείδηση ευρύτερων μαζών για την ασυμβίβαστη και ενωτική πάλη της κατά του καπιταλισμού και των παραφυάδων του.
Το μέτωπο αυτό θα διευρύνεται και στη βάση και την κορυφή από εργαζόμενους και συλλογικότητες που θα συμπορεύονται αγωνιστικά και θα αυξάνουν την εμβέλεια και την αποτελεσματικότητα του, με πυρήνα και βάθρο την επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

Ακρογωνιαίος λίθος στη μαχόμενη μετωπική συμπόρευση είναι η ρήξη και η έξοδος από το ευρώ και την Ε. Ένωση. Όλοι ασφαλώς οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι είναι αναγκαίοι και για την αντιμετώπιση θεμελιακών προβλημάτων των εργαζομένων αλλά και λόγω του μεταβατικού χαρακτήρα και ρόλου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση.
Αλλά η έξοδος (χωρίς απατηλά «συνώνυμα») από το ευρώ και την Ε. Ένωση είναι η λυδία λίθος, ο καταλύτης για την υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Όπως και η παραμονή στο ευρώ και την Ε. Ένωση είναι ανυποχώρητη γραμμή άμυνας των συστημικών και συμβιβαστικών δυνάμεων.
Γιατί; Γιατί οι τομές που προτείνει το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δεν είναι συμβατές με τον νεοφιλελεύθερο, ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Ε. Ένωσης.

Είναι δυνατή η ανατροπή των μνημονιακού τύπου πολιτικών, η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση και ο εργατικός έλεγχος των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας χωρίς ρήξη, με την έννοια της εξόδου όμως (καθαρά λόγια) από την Ε. Ένωση και το ευρώ;

Συμβουλεύουν άλλες Σειρήνες: «Ας ενώσουμε το λαό μας που λιμοκτονεί και μετά βλέπουμε για την Ε. Ένωση». Ο  επισιτισμός όμως 3,5 εκατομμυρίων (τουλάχιστον) Ελλήνων είναι μέγα πρόβλημα. Απαιτεί σύγκρουση με την γενοκτονική της Ε.Ε και άμεσο έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών μας.:

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *